Kάποτε, ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας και στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης, επισκέφτηκε, το προπύργιο της βυζαντινής αγιογραφικής παράδοσης, το Μυστρά. Εκεί, ίσως κατά θεία σύμπτωση, συνάντησε, τον, επίσης, μεγάλο συγγραφέα, μα προπάντων ξακουστό αγιογράφο, λάτρη και δάσκαλο και πανάξιο συνεχιστή της βυζαντινής αγιογραφικής τέχνης και αυθεντικό Έλληνα (πίστευε και έγραφε πως «Έλληνας δεν είναι όποιος νιώθει μοναχά την υλική Ελλάδα για πατρίδα του, αλλά και την πνευματική») Φώτη Κόν
τογλου.
Καθώς τον είδε ανεβασμένο ψηλά στις σκαλωσιές, στο ναό της Περιβλέπτου, να εργάζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και αφοσίωση-θερμός θαυμαστής της δουλειάς του- εμπνεύστηκε από την ιδιαίτερη παρουσία του και έγραψε ένα κείμενο από τα καλύτερά του. Στο κείμενο αυτό, απόσπασμα του οποίου παραθέτω στη συνέχεια, παρουσιάζει την προσωπικότητα του Κόντογλου, του μεγάλου δάσκαλου του γένους μας στον ορθόδοξο τρόπο του βίου, με την πιο εξιδανικευμένη αποτύπωσή της. Απολαύστε το!
«Ποτέ μου δεν είδα αυτό τον άνθρωπο, χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: Νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σαν τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια και ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες τούτος δε θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή! Πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα. Του δόθηκε μια στάλα ζωή και την κάνει αθανασία… Ο Κόντογλου θαρρώ πως το ξέρει (πως θα μείνει αθάνατος). Γι αυτό τα μάτια του λάμπουν. Κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» Ή «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία». Κι’ η πίκρα ξορκίζεται, κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον παράδεισο…
«Ποτέ μου δεν είδα αυτό τον άνθρωπο, χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: Νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σαν τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια και ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες τούτος δε θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή! Πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα. Του δόθηκε μια στάλα ζωή και την κάνει αθανασία… Ο Κόντογλου θαρρώ πως το ξέρει (πως θα μείνει αθάνατος). Γι αυτό τα μάτια του λάμπουν. Κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» Ή «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία». Κι’ η πίκρα ξορκίζεται, κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον παράδεισο…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου