ΙΕΡΑ
ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΣΟΛΟΜΟΝΗΣ
(κομμάτια της Ιστορίας της
μέσα από τα έγγραφα των Γ.Α.Κ)
Στο φάκελο 367 της
Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) είναι
αποθησαυρισμένα είκοσι ένα (21) λυτά έγγραφα, που αφορούν σε υποθέσεις (σχέσεις
με θεσμικά όργανα και πρόσωπα της καθημερινότητας) της διαλυμένης τώρα Ιεράς Μονής Αγίας Σολομονής, κατά την περίοδο1834-1843.
Η Μονή της Αγίας Σολομονής, είχε οικοδομηθεί-
άγνωστο πότε ακριβώς- δύο χιλιόμετρα νότια του χωριού Άκοβος του Δήμου Φαλαισίας, του Νομού Αρκαδίας,
πάνω σε μικρό λόφο με κυπαρίσσια, στην περιοχή που φέρει το μικροτοπωνύμιο
«Μαχαλάς». Σήμερα, το μόνο που σώζεται στον τόπο αυτό, είναι ένα απέριττο
μεταβυζαντινό εκκλησάκι, ιστορημένο περίπου πριν από δυόμιση αιώνες, με πλούσιες
τοιχογραφίες της κυρίαρχης στην εποχή εκείνη τεχνοτροπίας με αρκετά λαϊκά στοιχεία, αφιερωμένο στην
Αγία Σολομονή.
Στην κόγχη του
Ιερού Βήματος, κάτω από το μονόλοβο παράθυρο, διακρίνεται μικρογράμματη
βυζαντινή επιγραφή, σε τρεις οριζόντιες γραμμές. Στις δύο πρώτες αναγράφονται
τα ονόματα των δωρητών και στην Τρίτη η ημερομηνία αγιογράφησης του Ναού. Ξεκινώντας
από πάνω προς τα κάτω διαβάζουμε τα εξής: «Δέησις του δούλου του Θεού
Καλλινίκου μοναχού, Δέησις του δούλου του Θεού Παρθενίου ιερομονάχου, 1768
Δεκεμβρίου 10. Πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα, για το καθολικό της ομώνυμης
παλαιάς Μονής. Τον κεντρικό, δηλαδή Ναό της, όπου, κατά την τέλεση των
ακολουθιών, συγκεντρώνονταν όλοι οι Μοναχοί.
Μελετώντας την
επιγραφή διαπιστώνουμε ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Εκκλησιαστική
ιεραρχία και τάξη, στην αφιέρωση προηγείται η αναγραφή του ονόματος και της
ιδιότητας του μοναχού και ακολουθούν τα αντίστοιχα του ιερομονάχου. Η πρόδηλη αυτή
παρατυπία (υπέρβαση της ιεραρχίας), ενδεχομένως, οφείλεται στο μέγεθος του
χρηματικού ποσού που προσφέρθηκε ως χορηγία από τον καθένα τους για την
ιστόρηση του Ναού.
Μαρτυρίες
για ύπαρξη άλλων, μικρότερων ή μεγαλύτερων κτισμάτων (παρεκκλησίων, κελιών κλπ.)
δυστυχώς, δεν υπάρχουν. Μπορούμε, ωστόσο να υποθέσουμε ότι, εφόσον στη Μονή
αυτή εγκαταβίωσαν, κατά καιρούς, διάφοροι μοναχοί, θα υπήρχαν και οι απαραίτητοι χώροι στέγασής
τους. Σύμφωνα, επίσης, με εντόπια παράδοση που διασώζεται μέχρι των ημερών μας, σε
χώρο της Μονής, κατά την προεπαναστατική περίοδο, λειτουργούσε «κρυφό σχολειό»,
στο οποίο φοιτούσαν παιδιά των γύρω
χωριών. Λέγεται, μάλιστα ότι, στις εγκαταστάσεις της, υπήρχε και πλούσια
βιβλιοθήκη, η οποία, δυστυχώς, δε διασώθηκε, αφού τα βιβλία της προσφέρθηκαν
για την κατασκευή φυσεκιών, κατά τη διάρκεια του αγώνα. Με τον τρόπο αυτό, η
Μονή συνέβαλε σημαντικά στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων της περιοχής.
Αλλά και κατά τα χρόνια της επανάστασης, η
ηθική και υλική προσφορά της δεν ήταν αμελητέα, αφού συνέδραμε ποικιλοτρόπως
τον αγώνα των προγόνων μας για ανεξαρτησία. Στη Μονή βρήκαν καταφύγιο διάφοροι
οπλαρχηγοί και πολεμιστές από την ευρύτερη περιοχή. Όπως μας πληροφορεί ο
Γεώργιος Γεωργαντάς (καπετάν Γιώργαρος) στα Απομνημονεύματά του, εκεί
κατέστρωσαν το σχέδιό τους οι αγωνιστές Αναγνωσταράς, Πλαπούτας, Γιατράκος,
Ζαχαριάς κ. α και προετοίμασαν τον αγώνα
τους εναντίον του Ιμπραήμ και των Τουρκοαιγυπτίων
Ο
σωζόμενος Ναός ανακαινίσθηκε από εμπειροτέχνες, κατά το τέλος της δεκαετίας του
’60 και, όπως είναι φυσικό, αλλοιώθηκαν κάποια από τα παλαιά του
χαρακτηριστικά.
Στο
άρθρο που ακολουθεί, επικεντρώνοντας στη μελέτη του περιεχομένου των εγγράφων
που έχουμε στη διάθεσή μας, διερευνούμε μικρά ή μεγάλα περιστατικά που διαδραματίστηκαν
στο συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και εκτίθενται σ’ αυτά. Επιχειρούμε, επίσης, να
αναδείξουμε τη συμπεριφορά (πράξεις, καταγγελίες, επιδιώξεις) των προσώπων που
πρωταγωνίστησαν και μνημονεύονται σ’ αυτά, και να διερμηνεύσουμε τις προθέσεις τους,
προκειμένου να αξιολογήσουμε τη στάση τους και τη σκοπιμότητα που, κάθε φορά,
εξυπηρετούσαν, και που, σε ορισμένες
περιπτώσεις, μπορεί να ήταν καθοριστικές για το μέλλον.
Μέσα από τα έγγραφα αυτά, μπορούμε, επίσης, να
αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο κάθε
φορά αντέδρασαν διάφορες κοινωνικές ομάδες και τα άτομα που τις απαρτίζουν, να
ερμηνεύσουμε τη στάση τους απέναντι σε πρόσωπα και θεσμούς, να μελετήσουμε τις προκλήσεις και τα διλήμματα
μπροστά στα οποία βρέθηκαν, καθώς και τα προβλήματα που κλήθηκαν να
αντιμετωπίσουν και προσπάθησαν να επιλύσουν. Γι’ αυτό και πριν από τη
συστηματική πραγμάτευση του περιεχομένου τους, φροντίσαμε να τα μεταγράψουμε. Αφενός,
για να διευκολυνθούμε στη μελέτη τους,
και αφετέρου, για να τα κάνουμε προσιτά σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Σημείωση: Πριν αρχίσουμε την προσέγγιση του περιεχομένου ενός εκάστου, θεωρούμε
χρήσιμη τη διευκρίνιση ότι, όπου χρειάστηκε να παραπέμψουμε στα πρωτότυπα
χειρόγραφα κείμενα, διατηρήσαμε τη στίξη και την ορθογραφία τους, προκειμένου
να μην αλλοιώσουμε τις γλωσσικές και υφολογικές επιλογές των συντακτών τους.
Τα δύο πρώτα έγγραφα είναι ισάριθμες
χρεωστικές ομολογίες του Εκκλησιαστικού κλάδου που φέρουν ως ημερομηνία
σύνταξης την 21η Αυγούστου
1834 και τόπο το Λεοντάριον Αρκαδίας. Ως οφειλέτης, και στις δυο ομολογίες, αναγράφεται ο Ιωάννης
Φλέσσας του Ηλία, ενοικιαστής κτημάτων της Μονής. Ως εγγυητές αναφέρονται,
στη μεν πρώτη ο Ιωάννης Π. Μητρόπουλος
και στη δεύτερη ο Ιωάννης Π. Πετρόπουλος. Το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) δραχμές για
την καθεμιά, και αφορά σε ενοίκιο, που ο ενοικιαστής είχε την υποχρέωση να
καταβάλει, για την εκμετάλλευση της επικαρπίας ελαιοδέντρων της Μονής, τα οποία
βρίσκονταν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία, των χωριών «Πολιανή» και «Πήδημα». Έχει
σημασία να επισημάνουμε ότι και στις δύο ομολογίες δεν σημειώνεται ημερομηνία εξόφλησης του προαναφερθέντος χρέους.
Το τρίτο έγγραφο,
καταγραμμένο σε χαρτί που φέρει το λογότυπο του Βασιλείου της Ελλάδος και της
επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας της Επικρατείας, είναι το διαβιβαστικό της από
8 Οκτωβρίου 1834 αναφοράς του Γεωργίου Μπουγιουκλή. Αποστέλλεται
από το Ναύπλιο, στις 9 Οκτωβρίου 1834, από τον ασκούντα έργο Γραμματέα της
Δικαιοσύνης προς τον ομόλογό του των Εκκλησιαστικών. Με το έγγραφο αυτό, ζητούνται
πληροφορίες για τυχόν υπάρχουσες ιδιαίτερες διατάξεις της Α. Μ του βασιλέως,
σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Μοναχών, αλλά και για την ουσία και
την υπόσταση της υπόθεσης, η οποία μνημονεύεται στο αμέσως επόμενο έγγραφο. «…αν», δηλαδή, «τωόντι πρό δύο ετών είχεν
αποχωρήσει από της μονής ο αναφερόμενος, συμπαραλαβών και τας αίγας του».
Από
τα προηγούμενα έγγραφα προκύπτει ότι ο
αναφερόμενος μοναχός, με το ονοματεπώνυμο Γεώργιος Μπουγιουκλής
( το μοναχικό του όνομα ή δεν καταγράφεται ή παρέμεινε το ίδιο) εκάρη «εις την μονήν των Βρασών». Πρόκειται,
μάλλον, για τη Μονή Αγίου Νικολάου
Βαρσών Μαντινείας, την οποία, μετά το 15ο αιώνα, βρίσκουμε γραμμένη
σε μαρμάρινη επιγραφή της βιβλιοθήκης της σχολής της Δημητσάνας, με
αναγραμματισμό και διαφορετική ορθογραφία, ως Μονή Βρασόν. Ο εν λόγω μοναχός είχε στην κατοχή του ποίμνιο (κοπάδι) αιγών,
το οποίο, κατά τα μοναστικά θέσμια, μετά την κουρά του αφιέρωσε στη Μονή της μετανοίας του. Πόση ήταν
η διάρκεια παραμονής του στην εν λόγω
Μονή μας είναι παντελώς άγνωστο. Όπως, όμως μπορούμε να συμπεράνουμε, από την απάντηση
του ασκούντος χρέη Γραμματέα των Εκκλησιαστικών προς τον ομόλογό του επί της
Δικαιοσύνης, ο εν λόγω μοναχός, προ διετίας (1832) αποχώρησε από τη Μονή της
μετανοίας του και μετέβη στη Μονή Σολομονής και ζήτησε να πάρει μαζί του και το
κοπάδι του. Η ενέργειά του αυτή, σπάνια για τα μοναχικά δεδομένα, φαίνεται ότι,
όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε διενέξεις και προστριβές ανάμεσα στο μοναχό,
τον πρώην ηγούμενό του και τους
υπόλοιπους πατέρες της Μονής, οι οποίοι, προφανώς, επειδή θεώρησαν το αίτημά του
παράνομο, κατέφυγαν στο Γραμματέα της Δικαιοσύνης, προκειμένου να γνωμοδοτήσει
σχετικά. Εκείνος με τη σειρά του,
απευθυνόμενος στον καθ’ ύλην αρμόδιο, τον επί των Εκκλησιαστικών Γραμματέα,
ζητεί να πληροφορηθεί για την ύπαρξη ιδιαίτερης νομολογίας για τους μοναχούς
.
Κι’ ενώ η απάντηση του Γραμματέα της επί των εκκλησιαστικών Γραμματείας
της Επικρατείας στο ερώτημα του ομολόγου
του της Δικαιοσύνης, ήταν αρνητική, το πρόβλημα παρέμενε, αφού, όπως εκείνος
υποστηρίζει, οι μοναστικές διατυπώσεις υπερτερούν των πολιτικών συμβολαίων.
Κατά συνέπεια, αφού ο αναφερόμενος έδωσε το μοναχικό όρκο και αφιέρωσε τον
εαυτό του στο Θεό και στη Μονή της
μετανοίας του, κατά την άποψή του, αποχωρώντας από εκεί «δεν δύναται τίποτε να
λάβη» αν δεν διευθετηθεί η μεταξύ του μοναχού και των άλλων πατέρων της Μονής
διαφοράς και δεν εξασφαλισθεί η παρά της Εκκλησιαστικής Αρχής έγκριση μετάβασής
του από την προαναφερθείσα Μονή σε άλλη.
Στη διατύπωση του συλλογισμού για το θέμα
αυτό σημειώνονται επί λέξει τα εξής: «και αν είναι καθ’’ υπόθεσιν τα αιγίδια
ιδικά του, πριν θεωρηθείσης εκκλησιαστικώς της μεταξύ αυτού και του ηγουμένου ή
των λοιπών πατέρων διαφοράς, εγκριθή παρά της εκκλησιαστικής αρχής η εις άλλον
μοναστήριον μετάβασίς του, ότε και μόνον δικαιωθεί ίσως να μεταφέρη από του
μοναστηρίου τούτου εις άλλο, όπου αφεύκτως πρέπει να μεταβή, τα αποδεδειγμένως
εις αυτόν ανήκοντα αιγίδια».
Από
τα παραπάνω, προκύπτουν τα εξής; α) ο Γραμματέας των Εκκλησιαστικών εκφράζει
την προσωπική του άποψη για την υπόθεση και όχι νομικά θέσφατα και μάλιστα με
έντονο σκεπτικισμό για το αν το ποίμνιο αποτελούσε ιδιοκτησία του συγκεκριμένου
μοναχού, β) η μοναχική κουρά συνεπάγεται
δεσμεύσεις απέναντι στο Θεό και τη Μονή της μετανοίας του, γ) οι μοναστικοί
κανόνες υπερτερούν των πολιτικών συμβολαίων και δ) σε περίπτωση αποχώρησης
μοναχού από τη Μονή της μετανοίας ή από
κάποια άλλη κρίνεται απολύτως υποχρεωτική η μετάβαση και εγκαταβίωσή του σε
άλλη Μονή.
Δυστυχώς, και σ’ αυτή την περίπτωση, δεν
υπάρχουν στοιχεία, που να επιβεβαιώνουν την
εν συνεχεία εγκαταβίωσή του εν λόγω μοναχού, σε οποιαδήποτε Μονή της
επικράτειας, και να μας διαφωτίζουν για την τύχη του ποιμνίου του.
Τα επόμενα πέντε (5) έγγραφα (5-10)
αναφέρονται στη διεκδίκηση του Αναγνώστη Χριστόπουλου, κατοίκου
Ακόβου ενός χωραφιού ιδιοκτησίας του πατέρα του, από τη Μονή της Αγίας
Σολομονής, στην οποία, όπως ισχυρίζεται, το αφιέρωσε η μητέρα του, λίγο πριν
από το θάνατό της
Στο πρώτο έγγραφο, ο Χριστόπουλος- συντάκτης
της αναφοράς- παρουσιάζει, στη Βασιλική Γραμματεία των Εκκλησιαστικών, το ιστορικό και το σκοπό της αφιέρωσης του
χωραφιού, καθώς και τους λόγους της εκ μέρους του διεκδίκησης.
Σύμφωνα
με όσα υποστηρίζει, το (1803), δεκαοκτώ (18) χρόνια πριν από την Επανάσταση του
«21, παρακινούμενος «από τον κατατρεγμό του τυράννου», «πέρασε» σε κάποιο νησί του
οποίου το όνομα δεν μνημονεύει. Πιθανολογούμε ότι πρόκειται για τη Ζάκυνθο, το
όμορφο μικρό νησί των Επτανήσων. Εκεί, ως γνωστόν, κατά την περίοδο της
Τουρκοκρατίας, βρήκαν καταφύγιο πολλοί από τους υπόδουλους Έλληνες της ηπειρωτικής
Ελλάδας, κυρίως της Πελοποννήσου είτε για να σωθούν από τους Τούρκους που
ήθελαν να τους αφανίσουν είτε για να προετοιμάσουν τη δράση τους. Όπως, για
παράδειγμα, ο κοντοχωριανός του Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ηγέτης με
πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση, ο Νικηταράς, ο Νικήτας Φλέσσας και
πλήθος άλλων, λιγότερο γνωστών αγωνιστών, οι οποίοι είχαν ορκιστεί Φιλικοί, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου των
Λατίνων.
Ο
συντάκτης της αναφοράς μας πληροφορεί ότι, λίγο μετά τη φυγή του, πέθαναν και
οι δυο γονείς του-πρώτα ο πατέρας του
και μετά από λίγο και η μητέρα του. Ωστόσο, προ του θανάτου τους, αφιέρωσαν στη
Μονή «διά λόγου», χωράφι στην περιοχή που ονομαζόταν «εις της Παναγίας τον κάμπο». Σκοπός της
αφιέρωσης, όπως ο ίδιος διατείνεται, ήταν « διά εν σαραντάρι ». Πρόκειται,
μάλλον, για ένα (1) γρόσι, παλαιότερο τουρκικό νόμισμα που ισοδυναμούσε με σαράντα (40) παράδες, την κατώτατη υποδιαίρεση της τουρκικής λίρας, εξ ου και η λέξη σαραντάρι. Μια άλλη εκδοχή είναι ( κατά την άποψή μου απίθανο) να πρόκειται γι’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε σαρανταλείτουργο. Τη μνημόνευση, δηλαδή
του νεκρού ή των νεκρών κατά σαράντα συνεχείς λειτουργίες.
Όπως με έμφαση συμπεραίνει ο Χριστόπουλος
στη συνέχεια, «ο λόγος θα ήτον όταν εγώ
επιστρέψω εις την πατρίδα μου να πληρόσω το άνω σαραντάρι εις την εκκλησίαν και
να πάρω το ρηθέν χωράφιον εις την εξουσίαν μου καθώς και πρότερον». Για το
δίκαιο του αιτήματός του προβάλλει ως επιχείρημα το γεγονός ότι είχε ήδη προσφέρει
στην εκκλησία, προφανώς, ως αντάλλαγμα-αντίτιμο, θυμιατό κόστους πέντε(5)
δραχμών.
Προς ενίσχυση του αιτήματός του, διαβεβαιώνει το Γραμματέα ότι οι πληροφορίες
του για τα συμβάντα προέρχονται από το Δημογέροντα του χωριού του Παναγιώτη
Τζαμουράνη και κατοίκους. Είχε
μάλιστα εξασφαλίσει και «συμαρτηρικόν», με δεκαπέντε (15) υπογραφές
συμπατριωτών του, επικυρωμένες από τον ίδιο το Δημογέροντα, το γνήσιο της
υπογραφής του οποίου είχε επικυρώσει, στις 17 Σεπτεμβρίου 1835, στο Λεοντάριο, ο
ειρηνοδίκης Μεγαλοπόλεως Ιωάννης ηλ. Φλέσσας. Το συμμαρτυρικό
αυτό ( βλ. έγγραφο υπ. Αριθ. 6 Άκωβος 8 7βρίου 1835) απευθύνεται προς το Νομάρχη Αρκαδίας για
ενημέρωσή του.
Στο επόμενο έγγραφο (υπ αριθ. 7, εν
Τριπόλει 2 Νοεμβρίου 1835), το οποίο απευθύνει ο Διευθυντής του Νομού Αρκαδίας
προς την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας, διευκρινίζεται ότι,
σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρικές καταθέσεις των κατοίκων του Ακόβου που
υπέγραψαν το συμμαρτυρικό ενώπιον του επάρχου Μεγαλοπόλεως, όλες οι
πληροφορίες που επικαλείται ο Χριστόπουλος σχετικά με το αφιέρωμα
της μητέρας του, δεν προέρχονται από αυτήκοους μάρτυρες, αλλά, «εξ ακοής». Το αξιοσημείωτο εν προκειμένω
είναι ότι ουδείς γνωρίζει, αν η μητέρα του έκανε την αφιέρωση με τον όρο «να
επιστραφή οπόταν δοθή το σαραντάριον». Όλοι τους, όμως, μαρτυρούν ότι « μετά
τον θάνατον της μητρός του, όποιος αν καλλιέργησε τον αγρόν έδιδεν εις την
Μονήν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και ότι το προσφερθέν θυμιατόν αφιερώθη παρά
του ιδίου κατά το 1835 εις τον Ναόν του χωρίου του και όχι εις τον της μονής».
Και κάτι ακόμη, το οποίο, κατά την άποψή μας, τον αφήνει έκθετο στα μάτια των αρχών και αποδυναμώνει το δίκαιο του αιτήματός του: Η
ομολογία τους ότι «το εκδοθέν μαρτυρικόν εγένετο» από τους συμπατριώτες του «κατά χάριν, διότι ο ανήρ δεν γνωρίζει θετικώς
τον αληθή τρόπον του αφιερώματος». Εκείνο, πάντως για το οποίο είναι βέβαιο, είναι
ότι «περί τους τριάκοντα χρόνους ενέμετο τον αγρόν η Μονή» και ότι «ήτον
ιδιοκτησία του πατρός του αναφερομένου».
Τα
άλλα δύο (2) έγγραφα (9 και 10) είναι απλά διαβιβαστικά των προαναφερομένων
εγγράφων προς τις εμπλεκόμενες για τη διευθέτηση του θέματος υπηρεσίες.
Δυστυχώς, και στην περίπτωση αυτή, δε γνωρίζουμε το αποτέλεσμα της
διεκδικήσεως.
Το
δέκατο (αρ.10) από τα διασωθέντα έγγραφα ( Εν Αθήναις την 27η
Ιουνίου 1838) είναι αίτηση του εκ της Επαρχίας Καλαμών Αναγνώστη Δικαίου, Δημότη
Αμφείας. Απευθύνεται προς την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας
και αιτείται από την Κυβέρνηση την
ενοικίαση των «κατά την Διοίκησιν Μεγαλοπόλεως και Μεσσηνίας κτημάτων (αγρών,
αμπελώνων, συκών, ελαιώνων) του Διαλυθέντος Μονυδρίου της Αγίας Σολομονής και
του Μετοχίου του Αγίου Ευθυμίου, για είκοσι πέντε χρόνια «κατά τα περί τοιούτων
ενοικιάσεων διατεταγμένα».
Ο
αναφερόμενος, στην προσπάθειά του να πετύχει το σκοπό του, να αποσπάσει, δηλαδή
τη συγκατάθεση-συμφωνία των υπευθύνων της Γραμματείας για ενοικίαση των
κτημάτων, δε διστάζει να απευθυνθεί στο
συναίσθημά τους. Αφενός, υπερτονίζοντας τη φοβερή εγκατάλειψή τους (ακαλλιέργητα, άδενδρα και χέρσα), και
αφετέρου, δηλώνοντας την πρόθεσή του να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια στην καλλιέργειά
τους, ώστε να φανεί «οπωσούν ωφέλιμος εις το Εκκλησιαστικόν Ταμείον».
Τα
ακόλουθα τρία (3) έγγραφα (11-13) έχουν ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης τη
διανομή ενός αμπελιού ανάμεσα στο Βασίλειο
Τζιαβάρα, κάτοικο Ακόβου, και το διαλυθέν Μονύδριο της Αγίας Σολομονής,
σε κτήματα του οποίου το είχε φυτεύσει ο αιτούμενος. (βλ. το υπ’ αριθ. 13 έγγραφο,
Εν Δυρραχίω την 20 Ιανουαρίου).
Πιο αναλυτικά, με το πρώτο έγγραφο, (
Αριθ. 117, Εν Καρυταίνη την 15 Ιανουαρίου 1841) ο Διοικητής Γορτυνίας Παναγιώτης
Ράλλης διαβιβάζει στην επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της
Επικρατείας, την ανωτέρω πρωτότυπη αναφορά του Βασιλείου Τζιαβάρα, μέσω της οποίας ο ενδιαφερόμενος αιτείται «την
διαμοίρασιν της εμφυτευθείσης παρ’ αυτού αμπέλου». Προκειμένου μάλιστα να αποσπάσει
τη συγκατάθεσή των εμπλεκομένων Αρχών για την ικανοποίηση του αιτήματός του, προβάλλει
ως τεκμήριο αξιοπιστίας τη νομιμότητα της εμφυτεύσεως, ισχυριζόμενος ότι έγινε «με
άδεια του τότε επιτρόπου» των κτημάτων της εν λόγω Μονής, Δημητρίου Μηλίτζη, το όνομα του
οποίου μνημονεύεται για πρώτη φορά, στο επόμενο. 12ο έγγραφο ( 6242/272, Εν Αθήναις την 30
Ιανουαρίου 1841).
Στο
έγγραφο αυτό, ο Γραμματέας της Επικρατείας- με αρχικά Ν.Γ.Θ-προκειμένου να
αποφασίσει για την τύχη της αιτήσεως του Βασιλείου
Τζιαβάρα, ζητεί, από το Διοικητή, επιπλέον πληροφορίες-στοιχεία για τα εξής
θέματα: α)τη σύσταση συμφωνητικού μεταξύ
του αιτουμένου και του Δημοσίου, β) την ύπαρξη διορισμού επιτρόπου, γ) την
προέλευση και πιστότητα του διορισμού, εφ’ όσον, βεβαίως, υφίσταται τέτοιος,
καθώς και δ) την έκταση των καθηκόντων του. Ελέγχει, τέλος, με αιχμηρό λόγο, το Διοικητή για
παραλείψεις του στη συλλογή των αναγκαίων
για μια σύννομη και δίκαιη απόφαση πληροφοριών και του καταλογίζει το ατόπημα της
άσκοπης και μάταιης αλληλογραφίας.
Το
τρίτο έγγραφο περιλαμβάνει την πρωτότυπη αναφορά του Βασιλείου Τζιαβάρα, ο
οποίος μεταξύ των άλλων, ομολογεί και διαβεβαιώνει ότι, κατά το έτος 1833, πήρε
από τον επίτροπο της Μονής, Δημήτριο Μηλίτζη, έναν τόπο μέσα στο
χωριό του «επί τη συμφωνία» να φυτέψει
αμπέλι και, αφού το καλλιεργήσει για μια πενταετία, να το μοιραστεί με τη
διαλυθείσα Μονή. Επειδή, λοιπόν, όπως υποστηρίζει, «ο συμπεφωνημένος καιρός
παρήλθε προ πολλού», παρακαλεί τη «φιλοδίκαιο» Διοίκηση να «ευαρεστηθή να ενεργήση»
τα δέοντα, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την πεποίθησή του ότι θα ενεργήσει έτσι,
ώστε να λάβει «το ανήκον μερίδιόν» του, και
να επιδοθεί περισσότερο « εις την βελτίωσιν της καλλιεργείας του».
Τα
αναγραφόμενα, τέλος, στις σελίδες των
εγγράφων (14-19) έχουν να κάνουν με την αξιοποίηση της επικαρπίας των
μοναστηριακών αμπελώνων της Σολομονής. Συγκεκριμένα, με το πρώτο, υπ’ αριθ. 14 έγγραφο
(Αριθ.693, Εν Καρυταίνη την 8 Μαρτίου 1842)
ο Διοικητής Γορτυνίας, Παναγιώτης
Ράλλης, διαβιβάζει στην επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της
Επικρατείας, αποδεικτικό διπλότυπο του Ταμείου Καρυταίνης, που αφορά
στα εισπραχθέντα, από το Δήμο
Δυρραχίου, «εκ λογαριασμού του Δημοσίου» ποσά,
από την επικαρπία του έτους 1841.
Το δεύτερο έγγραφο υπ’ Αρ. 15 (εν Δυρραχίω
24 8βρίου 1841) περιλαμβάνει ενημερωτική
απάντηση του Δημάρχου Δυρραχίου, Δημητρίου Κεφάλα, προς τη Β.
Διοίκηση Γορτυνίας, σχετικά με την ποσότητα και την τύχη της παραγωγής των
αμπελώνων της Μονής Σολομονής. Σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, η παραγωγή ανήλθε σε
τριάντα (30) μπότσες που πουλήθηκαν με είκοσι λεπτά (0,20) εκάστη και εισπράχθηκε
χρηματικό ποσό έξι (6) δραχμών. Το μισό
του ποσού αυτού, τουτέστιν τρεις(3) δραχμές, όπως υποστηρίζει, θα
αποσταλεί στο Εκκλησιαστικό Ταμείο.
Το
τρίτο έγγραφο υπ’ Αρ.16 ( Αρ.12995/653
την 16 Μαρτίου 1842, Αθήναι) αποτελεί απάντηση του επί των Εκκλησιαστικών
Γραμματέα σε αναφορά του Διοικητή Γορτυνίας «περί της επικαρπίας των αμπέλων
της Μονής», κατά το έτος 1841. Όπως διαπιστώνουμε, ο Διοικητής εντέλλεται την,
άνευ αναβολής, υποβολή του τακτικού λογαριασμού, καθώς και των πρακτικών της
δημοπρασίας για την εκποίηση του παραχθέντος καρπού, εκ μέρους του Δημάρχου
Δυρραχίου.
Το
τέταρτο έγγραφο υπ’ Αρ. 17 ( Αρ. 100, Εν Δυρραχίω την 30 Μαρτίου 1842)
εμπεριέχει αρνητική απάντηση του
Δημάρχου Δυρραχίου προς τη Β. Διοίκηση Γορτυνίας στο περί διεξαγωγής δημοπρασίας και εγγραφής πρακτικών
ερώτημά της.
Στο
πέμπτο έγγραφο υπ’ Αρ. 18 (Εν Καρυταίνη την 12 Απριλίου 1842) ο Διοικητής
Γορτυνίας ενημερώνει την επί των Εκκλησιαστικών Γραμματεία της Επικρατείας για
την υπό του Δημάρχου Δυρραχίου παράλειψη διεξαγωγής δημοπρασίας και την
ανυπαρξία πρακτικών, καθώς και για την ανάθεση ρόλου επιστάτη στο Δημαρχιακό
κλητήρα, προκειμένου να εποπτεύσει τη συλλογή του καρπού των αμπελώνων.
Αποδέκτης του επόμενου εγγράφου (19ο ) (αρ.
Πρωτ. 10415.12995.13686/Αρ. Διεκπ 1017, Εν Αθήναις την 26 Απριλίου 1842), είναι
ο Διοικητής Γορτυνίας, τον οποίο, ο επί των Εκκλησιαστικών Γραμματέας της
Επικρατείας, μέμφεται για πλημμελή τήρηση των καθηκόντων του, μια και τον
θεωρεί υπεύθυνο για σοβαρή παράλειψη και αυθαιρεσία του Δημάρχου Δυρραχίου. Σύμφωνα
με όσα μαθαίνουμε από το έγγραφο, ο Διοικητής, με βάση εγκύκλιο διαταγή του Γραμματέα
των Εκκλησιαστικών, είχε την υποχρέωση να προσκαλέσει «τους αρμοδίους
Δημάρχους, να κρατήσωσι τακτικούς και ακριβείς λογαριασμούς» και να «μην
εκποιηθή το συναχθησόμενον εισόδημα» χωρίς δική του διαταγή. Επιπλέον, όφειλε να φροντίσει, «ώστε η ρηθείσα
διαταγή του να εκτελεσθή κατά γράμμα». Ο Δήμαρχος, όμως, κατά παράβαση της διαταγής του Γραμματέα, κι
ενώ ήταν επιφορτισμένος «να συλλέξη εις λογαριασμόν του εκκλησιαστικού Ταμείου
την περυσινήν επικαρπίαν του αμπελώνος της διαλυθείσης Μονής Ακόβου όχι μόνον
δεν εκράτησε λογαριασμόν του συλλεχθέντος καρπού, αλλά και εξεποίησεν αυτόν
άνευ δημοπρασίας εις τον τυχόντα».
Ύστερα
από τα παραπάνω, ο Γραμματέας, αποδοκιμάζοντας, την πράξη του Δημάρχου,
προπάντων, όμως, την απραξία του Διοικητή, την οποία θεωρεί επιπλέον και
αξιόποινη, τον επιπλήττει σε ύφος έντονα ελεγκτικό και τον προειδοποιεί ότι, σε περίπτωση υποτροπής, θα αναγκασθεί να
ενεργήσει «κατ’ αναλογίαν τοιούτων αξιοποίνων πράξεων». Τέλος, εκφράζει την
ελπίδα του ότι στο μέλλον ο Διοικητής θα
επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή «περί τα
τοιαύτα».
Το
εικοστό (20) έγγραφο αποστέλλεται, από το Γραμματέα της επί των Εκκλησιαστικών
Γραμματείας της Επικρατείας, στο Διοικητή Μεσσηνίας και αποτελεί απάντηση στην
από 17 Φεβρουαρίου 1842 αναφορά του τελευταίου, απ’ αφορμή αίτηση του αγρότη Δημητρίου Τρυγωνόπουλου. Αφορά
την προ δωδεκαετίας (1830) παραχωρηθείσα άδεια, από τον εκκλησιαστικό
τοποτηρητή της Επαρχίας Καλαμών στον ανωτέρω, «προς εμφύτευσιν αμπέλου επί
μοναστηριακής γής» στο Δήμο Άρεως της διαλυμένης Μονής Σολομονής.
Κατά
τη γνωμοδότηση του Γραμματέα, η άδεια αυτή «έπρεπε να θεωρηθή απορριπτέα», επειδή
αντέβαινε σε εγκύκλιο διαταγή του Κυβερνήτη της Ελλάδας(29 Μαΐου 1829), που
απαγόρευε ρητά «πάσαν οιανδήποτε διάθεσιν εκκλησιαστικών κτημάτων», χωρίς
προηγούμενη άδεια της Κυβέρνησης.
Επειδή,
όμως, με το υπ’ αριθ. 13/25-11-1837 Βασιλικό Διάταγμα, ο Νόμος της 15/27
Ιανουαρίου 1837, που αφορά τις φυτείες που έγιναν επί εθνικής γης (με άδεια ή
χωρίς άδεια), κατά συγκατάβαση της Βασιλικής Κυβερνήσεως, εγκρίθηκε να
εφαρμοστεί και για τις φυτείες των διαλυμένων Μονυδρίων, κάνει αποδεκτή την
αίτηση του Τρυγωνόπουλου για διανομή. Υποχρεώνει, ωστόσο το Διοικητή
Μεσσηνίας, αφού πραγματοποιήσει ο ίδιος τη διανομή, να υποβάλει στη Γραμματεία
των εκκλησιαστικών, «το συνταχθησόμενον πρωτόκολλον».
Επιπλέον,
αξιώνει από το Διοικητή, αφού προβεί σε εξονυχιστική εξέταση των δεδομένων, να τον πληροφορήσει για τα εξής: α) την
υπόσταση και τον ακριβή χρόνο εμφύτευσης της αμπέλου, β) τη, για συγκεκριμένο χρόνο, επιμελημένη
καλλιέργειά της από τον ίδιο εμφυτευτή γ) το χρόνο καρποφορίας της αμπέλου,
καθώς και το χρόνο είσπραξης, εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Ταμείου του
δικαιώματός του, από «το ανήκον εις αυτό μέρος εκ του καρπού».
Με
το τελευταίο έγγραφο (αρ.21) του φακέλου, ο επί των Εκκλησιαστικών Γραμματέας
της Επικρατείας, ενημερώνει τον ομόλογό του επί των οικονομικών για τις πρωτοβουλίες
που πήρε, σχετικά με την υπόθεση
διανομής αμπέλου, ανάμεσα στην ιδιοκτήτρια της έκτασης, επί της οποίας
έγινε η εμφύτευση, Μονή Σολομονής και τον εμφυτευτή. Τέλος, διαβιβάζει στον
ίδιο την απάντηση του Διοικητή Μεσσηνίας «περί ταύτης της υποθέσεως»,
προκειμένου αυτός, να προτείνει στο Διοικητή τις ενδεδειγμένες οδηγίες και
διαταγές.
Διαπιστώσεις: Με βάση τα όσα εντοπίσαμε (ανακαλύψαμε)
από τη συστηματική μελέτη και ανάλυση
κάθε εγγράφου ξεχωριστά, μπορούμε, χωρίς ενδοιασμό, να υποστηρίξουμε ότι η Ιερά Μονή Της Αγίας
Σολομονής, κατά την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα, ύστερα από το
Οθωνικό Διάταγμα του 1833, παρότι διαλυμένη, διατηρούσε ακόμη σημαντική κτηματική περιουσία.
Η αλήθεια είναι ότι οι θεσμικοί παράγοντες της
Διοίκησης του νεοσύστατου κράτους (Γραμματείς των Εκκλησιαστικών, των
Οικονομικών και της Δικαιοσύνης, Νομάρχες, Έπαρχοι και τοπικοί Επίσκοποι) φρόντιζαν
να αξιοποιούν την περιουσία της Μονής, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Προκήρυσσαν
πλειοδοτικές δημοπρασίες ενοικίασης ή εμφύτευσης, ώστε να εξασφαλίζουν
μεγαλύτερα ποσοστά υπέρ του Κράτους που
για να επιβιώσει χρειαζόταν την είσπραξη φόρων.
Υπήρχαν, ωστόσο και κάποιοι, κυρίως, Κοινοτικοί
και Δημοτικοί άρχοντες, λιγοστοί, βεβαίως, οι οποίοι, αυθαιρετώντας
αδιαφορούσαν ή αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις εντολές της κεντρικής Διοίκηση
για την προστασία ή έστω την αξιοποίηση της περιουσίας της Μονής. Δίχως να
τηρούν τις νόμιμες διαδικασίες, νοίκιαζαν τα κτήματα σε δικούς τους ανθρώπους
(συγγενείς, φίλους, συντοπίτες, γνωστούς) ή «έκαναν τα στραβά μάτια» στους
καταπατητές. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι
αγρότες και κτηνοτρόφοι ενοικιαστές (ελαιώνων, βοσκοτόπων) και οι εμφυτευτές
δένδρων, απέκρυπταν την πραγματική ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων
(ελαιοκάρπου, σταφυλιών, σταφίδας) και των πραγματικό αριθμό των δένδρων που
φύτευαν. Έτσι, από την περιουσία της Μονής, άλλη εκποιήθηκε από το Κράτος και
άλλη καταπατήθηκε. Δεν απέμεινε παρά μόνο το εκκλησάκι, για το οποίο γίνεται λόγος, που σήμερα ανήκει
στην ενορία του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Ακόβου. Λειτουργείται και συντηρείται
από το φιλακόλουθο και δραστήριο εφημέριο Π. Γεώργιο Σπανό και τους ενορίτες,
για να μας θυμίζει τη μεγάλη προσφορά της άλλοτε κραταιάς Μονής στο Έθνος και
την Πατρίδα.
Την
1η Αυγούστου κάθε χρόνου, ημέρα μνήμης της Αγίας Σολομονής και των
επτά παιδιών της, καθώς και του διδασκάλου τους Ελεαζάρου, τελείται θεία Λειτουργία
με αρτοκλασία, στην οποία συμμετέχουν ιερείς όμορων ενοριών και πλήθος κόσμου.
Αρτοκλασία γίνεται, επίσης, και κατά την ακολουθία του εσπερινού της παραμονής,
κατά τον οποίο γίνονται και οι συναντήσεις των προσκυνητών με τους ντόπιους, για να απολαύσουν
γουρουνοπούλα ψητή και γλυκόπιοτο κρασί, μια και την επομένη αρχίζει η νηστεία
του Δεκαπενταύγουστου.
Και τώρα λίγα για την Αγία Σολομονή, στην
οποία είναι αφιερωμένος ο Ναός, και τους συνεορτάζοντας αγίους.
Η
Αγία Σολομονή έζησε στην Ιουδαία, περί το 168 ή 173 πχ, όταν κυρίαρχος και
εξουσιαστής της περιοχής ήταν ο ειδωλολάτρης βασιλιάς της Συρίας
Αντίοχος ο επιφανής. Ήταν βαθιά πιστή στη θρησκεία των πατέρων της και
πολύτεκνη μητέρα επτά (7) αγοριών, τα οποία, με τη συνδρομή του πολιού
διδασκάλου τους Ελεαζάρου, καθοδηγούσε στην τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου.
Κάποτε, ο Αντίοχος, θέλοντας να υποτιμήσει και
να εξευτελίσει την Ιουδαϊκή θρησκεία, κάλεσε τους πιστούς της να συγκεντρωθούν
σε δημόσιο χώρο και τους διέταξε να φάνε
ειδωλόθυτα, χοιρινά, δηλαδή κρέατα που είχαν προσφερθεί ως θυσία σε θεούς των
ειδώλων, κάτι που απαγορευόταν από τη θρησκεία τους, αφού, σύμφωνα με το Μωσαϊκό
νόμο θεωρούνταν ακάθαρτα. Όπως ήταν φυσικό, κάποιοι είτε από το φόβο της τιμωρίας είτε και από
υπολογισμό-τους έταζε τιμές και δόξες ο Αντίοχος, αν ακολουθούσαν τη διαταγή
του- υπέκυψαν, προς μεγάλη ικανοποίησή
του.
Ανάμεσα
στους συγκεντρωμένους βρισκόταν μια μητέρα, ονόματι Σολομονή, με τα επτά παιδιά
της και τον ενενηντάχρονο δάσκαλό τους Ελεάζαρο. Ο Αντίοχος κάλεσε πρώτα το
γέροντα δάσκαλο και τον διέταξε να φάει. Κι αφού δεν κατάφερε να τον πείσει
διέταξε τους στρατιώτες του να τον μαστιγώσου. Κι’ αφού και πάλι δεν υπέκυψε,
τον έριξαν στην φωτιά και τον έκαψαν. Τότε εξοργισμένος κάλεσε κοντά του τα
επτά παιδιά (τους επτά Μακκαβαίους) με τη μητέρα τους. Αρχικά προσπάθησε να τα
παρασύρει με επαίνους για τη νιότη τους και ταξίματα και στη συνέχεια με απειλές
και βασανιστήρια. Όμως, επειδή και πάλι
δεν κατάφερε το προσδοκώμενο και τα παιδιά έμεναν ακλόνητα στην πίστη τους, τα
έριξε σε σκεύος με καυτό λάδι. Και πριν προλάβει να βασανίσει και τη μητέρα
τους, εκείνη ακολουθώντας τα παιδιά της, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά. Έτσι, ολόκληρη η οικογένεια έγινε θυσία για το Θεό και όλοι μαζί κέρδισαν
το στεφάνι του μαρτυρίου. Για τη θυσία τους αυτή, η Εκκλησία μας τους τιμά την
1η Αυγούστου κάθε έτους.
Τα ονόματα των Επτά
Μακκαβαίων είναι: Αβείμ (ή Άβιβος), Αντώνιος (ή Αντωνίνος) ,Γουρίας, Ελεάζαρος,
Ευσέβωνας, Αχείμ, Μάρκελλος (ή Σάμωνας, ή Εύλαλος ή Μάρκος).
Ἀπολυτίκιο Ἦχος δ’ ο ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν
Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον
δῆμον, σὺν
τὴ μητρὶ
Σολομονὴ τὴ
ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ
ἅμα εὐφημήσωμεν
οὗτοι γὰρ
ἠρίστευσαν, δι' ἀγώνων νομίμων, ὡς
φρουροὶ καὶ
φύλακες, τῶν τοῦ
Νόμου δογμάτων καὶ
νῦν ὡς
καλλιμάρτυρες Χριστοῦ,
ὑπὲρ
τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.
Κοντάκιο Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Σοφίας
Θεοῦ, οἱ
στύλοι οἱ ἑπτάριθμοι,
καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοιοι ἑπτάφωτοι,
Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τῷ
πάντων Θεῷ, αἰτεῖσθε σωθῆναι
τοὺς τιμῶντας
ὑμᾶς.
Απολυτίκιο των
7 Παίδων και της Μητρός τους Σολομονής
Τας αλγηδόνας των Αγίων, ας
υπέρ σού έπαθον, δυσωπήθητι Κύριε, και πάσας ημών τας οδύνας, ίασαι φιλάνθρωπε,
δεόμεθα.
·
Ακολουθούν φωτογραφίες των
πρωτότυπων χειρογράφων που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ),
του Ναού, κάποιων τοιχογραφιών, καθώς και στιγμιότυπα από τον εορτασμό του
2015.
.