TΟ ΝΑΫΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Πρόκειται
για μονόκλιτο ναΐσκο που βρίσκεται μισό χιλιόμετρο περίπου βορειοανατολικά της
Μονής Γαρδικίου, στα δεξιά του δημόσιου επαρχιακού δρόμου που οδηγεί από τη
Θουρία στην κάτω Άμφεια (κάτω Γαρδίκι). Κτισμένο στη βορειοδυτική πλευρά μιας μεγάλης έκτασης
γης (κήπου), στην περιοχή «Βούλα» ή «Μοναστηριακός μπαξές» για τον οποίο θα κάνουμε λόγο αργότερα, φέρει έκδηλα όσο και
έντονα τα ίχνη της φθοράς.

Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνον ένα μικρό μέρος του, ενώ όλο το υπόλοιπο είναι ανακατασκευασμένο, προφανώς, σε νεότερα χρόνια και μάλιστα από ανθρώπους άσχετους με τη βυζαντινή τέχνη. Τα τελευταία χρόνια η στέγη και το μεγαλύτερο μέρος της τοιχοδομίας του ναΐσκου, είχαν καταρρεύσει και το όλο κτίσμα, χωμένο μέσα σε πυκνό βατώνα, κινδύνευε να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Από μαρτυρίες υπέργηρων κατοίκων του χωριού μάθαμε ότι, τα παλαιότερα χρόνια, για μεγάλο διάστημα, στον ιερό αυτό χώρο έβρισκε καταφύγιο κάποιο αφύλακτο ζώο.

Επειδή, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των, κατά καιρούς, εφημερίων και των κατοίκων του χωριού, η αρχαιολογική υπηρεσία της περιοχής, για πάρα πολλά χρόνια, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την τύχη του ναΐσκου, οι κάτοικοι πήραν την υπόθεση στα χέρια τους. Έτσι, δίχως τη γνώμη κάποιου ειδικού και χωρίς καμιά υποψία για τη βλάβη που θα μπορούσαν να προξενήσουν στο σημαντικό αυτό μνημείο, αφού αγνοούσαν τη μεγάλη καλλιτεχνική αξία του, αποφάσισαν να τον αναστηλώσουν και να τον ευπρεπίσουν, με τον τρόπο που εκείνοι γνώριζαν και με μοναδικό κίνητρό τους να αποδώσουν την πρέπουσα τιμή στην Παναγία μας, γιορτάζοντας τη μνήμη της κάθε Δεκαπενταύγουστο.
Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνον ένα μικρό μέρος του, ενώ όλο το υπόλοιπο είναι ανακατασκευασμένο, προφανώς, σε νεότερα χρόνια και μάλιστα από ανθρώπους άσχετους με τη βυζαντινή τέχνη. Τα τελευταία χρόνια η στέγη και το μεγαλύτερο μέρος της τοιχοδομίας του ναΐσκου, είχαν καταρρεύσει και το όλο κτίσμα, χωμένο μέσα σε πυκνό βατώνα, κινδύνευε να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Από μαρτυρίες υπέργηρων κατοίκων του χωριού μάθαμε ότι, τα παλαιότερα χρόνια, για μεγάλο διάστημα, στον ιερό αυτό χώρο έβρισκε καταφύγιο κάποιο αφύλακτο ζώο.
Επειδή, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των, κατά καιρούς, εφημερίων και των κατοίκων του χωριού, η αρχαιολογική υπηρεσία της περιοχής, για πάρα πολλά χρόνια, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την τύχη του ναΐσκου, οι κάτοικοι πήραν την υπόθεση στα χέρια τους. Έτσι, δίχως τη γνώμη κάποιου ειδικού και χωρίς καμιά υποψία για τη βλάβη που θα μπορούσαν να προξενήσουν στο σημαντικό αυτό μνημείο, αφού αγνοούσαν τη μεγάλη καλλιτεχνική αξία του, αποφάσισαν να τον αναστηλώσουν και να τον ευπρεπίσουν, με τον τρόπο που εκείνοι γνώριζαν και με μοναδικό κίνητρό τους να αποδώσουν την πρέπουσα τιμή στην Παναγία μας, γιορτάζοντας τη μνήμη της κάθε Δεκαπενταύγουστο.
Έτσι, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, με την καθοδήγηση
του γνωστού για τη φιλεργία του παπα-Βασίλη Μαλαπάνη, εφημέριου της Υπαπαντής
του Σωτήρος Αμφείας, καθάρισαν τον βατώνα και ανέδειξαν τον μισογκρεμισμένο
ναΐσκο. Στη συνέχεια, αποκατέστησαν τους τοίχους στο παλιό ύψος τους και κατασκεύασαν ξύλινη στέγη. Στο εσωτερικό
του τοποθέτησαν δάπεδο από πλακάκια και κατασκεύασαν τσιμεντένια προσκυνητάρια, ένθεν και ένθεν της Ωραίας Πύλης, όπου τοποθέτησαν εικόνες του εμπορίου, στο αριστερό της κοίμησης και στο δεξιό του Αγίου Νεκταρίου. Ευτυχώς, παρά τις άστοχες και εντελώς άτεχνες
παρεμβάσεις τους, που ζημίωσαν καταφανώς το κτίσμα αισθητικά και αλλοίωσαν δραματικά το χαρακτήρα του, δεν προκάλεσαν την παραμικρή
φθορά στις σωζόμενες αγιογραφίες του. Αντιθέτως, μάλιστα, θα μπορούσαμε να
ισχυριστούμε ότι τις προφύλαξαν από μεγαλύτερη φθορά και, ενδεχομένως, από
ολοκληρωτική καταστροφή.
Παρά
ταύτα, κάποια στιγμή, με μέριμνα του παπα-Βασίλη, θα πρέπει να διορθωθεί το
λάθος που έγινε και η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία να δρομολογήσει τη μελετημένη
και ορθή αποκατάστασή του ναΐσκου, ώστε και το μνημείο να διασωθεί και η
επιθυμία των κατοίκων για απόδοση τιμής και λατρείας στην Παναγία μας να γίνει σεβαστή.

Μελετώντας προσεκτικά το διάκοσμο του ναΐσκου, έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε ότι το αληθινά ωραίο αυτό κτίσμα, παρά τις μεγάλες φθορές που έχει υποστεί, όχι μόνον από το χρόνο αλλά και από τη γενική εγκατάλειψή του, αφού ήταν για χρόνια εκτεθειμένο σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, ήταν ιστορημένο με πολλή τέχνη και επιμέλεια και με καλλιτεχνικό μεράκι.
Μελετώντας προσεκτικά το διάκοσμο του ναΐσκου, έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε ότι το αληθινά ωραίο αυτό κτίσμα, παρά τις μεγάλες φθορές που έχει υποστεί, όχι μόνον από το χρόνο αλλά και από τη γενική εγκατάλειψή του, αφού ήταν για χρόνια εκτεθειμένο σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, ήταν ιστορημένο με πολλή τέχνη και επιμέλεια και με καλλιτεχνικό μεράκι.
Συγκεκριμένα, στη κόγχη του Ιερού
Βήματος διακρίνουμε την Πλατυτέρα με τη
γνωστή επιγραφή: «Το στερέωμα των επί σοί πεποιθότων. στερέωσον Κύριε την Εκκλησίαν ήν
εκτήσω τω τιμίω σου αίματι». Στη συνέχεια, εικονίζονται ιεράρχες εν ώρα
λειτουργίας, στο μεγαλύτερο μέρος τους κατεστραμμένοι, οι οποίοι ατενίζουν προς
τον τοποθετημένο πάνω στην αγία Τράπεζα μελισμό (Αμνό).

Η καλύτερα σωζόμενη τοιχογραφία είναι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος εικονίζεται με πλήρη αρχιερατική στολή. Με το δεξί χέρι του ευλογεί και με το αριστερό κρατάει ειλητάριο με τη λειτουργική ευχή: «Ο Θ{εός), ο Θ(εό)ς ημών, ο τον ουράνιον άρτον την τροφήν του (παντός)…». Λίγο πιο δεξιά εικονίζεται ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος να κρατάει τη Βίβλο και με τα δύο του χέρια. Στη μικρή κόγχη της Πρόθεσης είναι ζωγραφισμένη η Άκρα Ταπείνωση και χαμηλότερα ο άγιος Ελευθέριος.
Η καλύτερα σωζόμενη τοιχογραφία είναι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος εικονίζεται με πλήρη αρχιερατική στολή. Με το δεξί χέρι του ευλογεί και με το αριστερό κρατάει ειλητάριο με τη λειτουργική ευχή: «Ο Θ{εός), ο Θ(εό)ς ημών, ο τον ουράνιον άρτον την τροφήν του (παντός)…». Λίγο πιο δεξιά εικονίζεται ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος να κρατάει τη Βίβλο και με τα δύο του χέρια. Στη μικρή κόγχη της Πρόθεσης είναι ζωγραφισμένη η Άκρα Ταπείνωση και χαμηλότερα ο άγιος Ελευθέριος.
Η αγία Τράπεζα είναι κτιστή σιγμοειδής και
το ημικύκλιό της εφάπτεται στο ημικύκλιο της κόγχης. Στην εμπρόσθια επιφάνειά
της απεικονίζεται ο προφήτης Ιωνάς με το μισό σώμα του έξω από την κοιλιά του κήτους, κατά την ώρα
που τον ξερνάει στη θάλασσα. Με τα δυο του χέρια κρατάει ανοιχτό ειλητάριο, που
φέρει την επιγραφή: «Εβόησα εν θλίψει μου προς τον θεόν μου και εισήκουσέ μου».
Στο σημείο
αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, παρόλο που το εικονογραφικό θέμα του Ιωνά είναι
γνωστότατο από την παλαιοχριστιανική τέχνη, η απεικόνισή του εντός του Ιερού Βήματος και μάλιστα στην
πρόσοψη της αγίας Τράπεζας, είναι κάτι που
συναντάται σπάνια. Και, επειδή η
αγία Τράπεζα, ανάμεσα στους άλλους συμβολισμούς, έλαβε και την έννοια του τάφου
του Χριστού, σημαίνει την εκ του τάφου
τριήμερο ανάσταση του Κυρίου.
Στην ίδια επιφάνεια της αγίας τράπεζας είναι
ζωγραφισμένος και ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως, γνωστός από την αναστήλωση των εικόνων, πιθανόν,
επειδή, σε κάποιο λόγο του για τη Θεοτόκο, είχε αναφερθεί και στο γεγονός αυτό.
Άλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ναΰδριο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι
αφιερωμένο στη Θεοτόκο.

Συγκρίνοντας με προσοχή ενδεικτικά έργα των ζωγράφων που ιστόρησαν το σωζόμενο διάκοσμο του ναϋδρίου της Κοίμησης, με αντίστοιχά τους ιστορημένα στο διάκοσμο του καθολικού της Μονής Βουλκάνου, διαπιστώνουμε εκπληκτική ομοιότητα. Για παράδειγμα, τα χρώματα και τα σχέδια που επιλέγει ο ζωγράφος του ναϋδρίου στο διάκοσμο του πετραχηλιού του Χρυσοστόμου και ο γραφικός χαρακτήρας της επιγραφής που υπάρχει στο ειλητάριό του, καθώς και της επιγραφής στην κόγχη του Ιερού, είναι ο ίδιος με το χαρακτήρα των επιγραφών του Βουλκάνου ακόμη και της κτιτορικής.
Συγκρίνοντας με προσοχή ενδεικτικά έργα των ζωγράφων που ιστόρησαν το σωζόμενο διάκοσμο του ναϋδρίου της Κοίμησης, με αντίστοιχά τους ιστορημένα στο διάκοσμο του καθολικού της Μονής Βουλκάνου, διαπιστώνουμε εκπληκτική ομοιότητα. Για παράδειγμα, τα χρώματα και τα σχέδια που επιλέγει ο ζωγράφος του ναϋδρίου στο διάκοσμο του πετραχηλιού του Χρυσοστόμου και ο γραφικός χαρακτήρας της επιγραφής που υπάρχει στο ειλητάριό του, καθώς και της επιγραφής στην κόγχη του Ιερού, είναι ο ίδιος με το χαρακτήρα των επιγραφών του Βουλκάνου ακόμη και της κτιτορικής.
Επίσης, το ευαγγέλιο που κρατά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο ναΰδριο της
Κοίμησης του Γαρδικίου και το ευαγγέλιο
που φέρει ο Πέτρος Αλεξανδρείας και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς στο καθολικό του
Βουλκάνου, είναι εντελώς όμοια. Ο διάκοσμος του ωμοφορίου, και πάλι του
Χρυσοστόμου, ο καλλωπισμένος με τριφύλλια,
είναι ακριβώς ο ίδιος με εκείνον του ωμοφορίου των αγίων Βλασίου,
Διονυσίου Αρεοπαγίτου και αγίου Μελετίου, των ιστορημένων στο Βουλκάνο.

Βάσει των ανωτέρω, μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα τα εξής: Οι τοιχογραφίες και των δύο μνημείων είναι έργα έμπειρων και ταλαντούχων καλλιτεχνών, η τεχνοτροπία τους βρίσκεται πολύ κοντά στη μεγάλη Κρητική τέχνη και έχουν ιστορηθεί στο τέλος του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα.
Βάσει των ανωτέρω, μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα τα εξής: Οι τοιχογραφίες και των δύο μνημείων είναι έργα έμπειρων και ταλαντούχων καλλιτεχνών, η τεχνοτροπία τους βρίσκεται πολύ κοντά στη μεγάλη Κρητική τέχνη και έχουν ιστορηθεί στο τέλος του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα.
Τέλος, αν λάβουμε υπόψη μας ότι, σε πολλά μέρη
της περιοχή μας, με σημαντικότερο εκείνο της Μονής του Βουλκάνου, τις δύο
πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, αγιογραφούσαν οι Ναυπλιώτες αδελφοί
Μόσχοι, θεωρούμε πολύ πιθανό, παράλληλα με τις άλλες υποχρεώσεις τους ή και
λίγο αργότερα να ανέλαβαν και την αγιογράφηση των ναϋδρίων της Κοίμησης και των
αγίων Αναργύρων της Μονής Γαρδικίου.
Σχετικά με τον κήπο (μπαξέ), από διηγήσεις του πατέρα μου και άλλων συγχωριανών, γνωρίζω τα εξής: Οι μοναχοί
καλλιεργούσαν σ’ αυτόν, αρχικά, τα απαραίτητα για τις διατροφικές ανάγκες
τους οπωροκηπευτικά. Αργότερα,όμως, με τη βοήθεια κάποιων ενοικιαστών των κτημάτων της Μονής, φύτεψαν σε αναβαθμίδες πλούσιους αμπελώνες που παρήγαγαν άφθονα γλυκύτατα σταφύλια, άλλα επιτραπέζια και άλλα για παραγωγή κρασιού. Στον ίδιο χώρο, εκτός από οπωροκηπευτικά, καλλιεργούσαν ελαιόδεντρα, συκιές, πολλές μουριές, μια και την εποχή εκείνη ανθούσε στη Μεσσηνία η σηροτροφία, και προπάντων σταφίδα.
Στο μεγάλο κάμπο πλησίον της Μονής, όπως φαίνεται από την υπ' αριθ΄ 160/27-5-1928 πράξη του ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής, που υπογράφεται από τον τότε ηγούμενό της, ιερομόναχο Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο και το μοναχό Νεόφυτο Μαυροειδή, υπήρχε σταφιδάμπελος σαράντα (40) στρεμμάτων περίπου. Επειδή, όμως, "η απόδοσις της σταφιδαμπέλου ταύτης μέχρι σήμερον ήτο εις το ανώτατον όριον 4.500 δραχμαί" και επειδή, "εάν εκποιηθή η αξία της, κατά την γνώμην ειδημόνων,θέλει υπερβή τας εκατόν χιλιάδας (100.000) δραχμάς, αίτινες θέλουσιν αποδίδει ετησίως άνω των 6.500 δραχμών, εις χρεόγραφα του Α΄αναγκ. δανείου, ζητείται η άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, προκειμένου να προβούν σε πλειοδοτική δημοπρασία για την εκποίησή της. Άλλωστε, "το κτήμα τούτο λόγω της παραμελήσεως των εκάστοτε ενοικιαστών ευρίσκεται εις κατάστασιν τοιαύτην ώστε μετ' ολίγα έτη δεν θέλει αποδίδει τίποτε, μη δυναμένης της Μονής να προβή εις την ανόρθωσιν αυτού". Εκείνο, πάντως, για το οποίο ο κήπος (μπαξές) είχε αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη στην ευρύτερη περιοχή και όχι μόνον, ήταν, κυρίως, τα εσπεριδοειδή του. Δεν ήταν, επομένως τυχαίο, που η Μονή είχε, κατ’ επανάληψη, βραβευτεί για τα περίφημα πορτοκάλια και τα λεμόνια της.
Στην πλούσια παραγωγή τους συνέβαλε, πρωτίστως, η αξιοποίηση του περισσεύματος του νερού παρακείμενης πηγής, στην οποία, όπως μας πληροφορούν οι Αθηναϊκές εφημερίδες «Ελπίς» (20- 4-1856, αρ. φ. 849, σελ. 3440.) και «Ήλιος» (21-4- 1856, αρ. φ. 62, σελ. 2.),"το Καλοκαίρι του 1855, με δαπάνη του Δήμου, κατασκευάστηκε δίκρουνη μεγάλη βρύση" που σώζεται μέχρι σήμερα. Η βρύση αυτή εξυπηρετούσε, κυρίως, τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού, αλλά και των διερχομένων από αυτό.
Από το βιβλίο πράξεων της Μονής, μαθαίνουμε ότι το Νοέμβριο του 1914, το ηγουμενοσυμβούλιο, αποτελούμενο από τους: Νικηφόρο Πράτη, ηγούμενο, Κύριλλο Νικολακόπουλο και Γεράσιμο Φραγγιό, μέλη, με την υπ' αριθ. (36/18-11-1914) πράξη τους, κατήγγειλαν κάποιους κατοίκους του χωριού Γαρδικίου ότι στις 15 Αυγούστου, όταν οι πατέρες είχαν μεταβεί στη Μονή Μαρδακίου για τον ετήσιο εορτασμό της Παναγίας, εκείνοι, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους, "εκ συμφέροντος κινούμενοι" έκαναν αγωγή προσωρινών μέτρων κατά του ενοικιαστού του κήπου της Μονής, διεκδικώντας το νερό υπέρ της κοινότητας.
Με κανέναν τρόπο,βεβαίως, δεν μπορούμε να διαψεύσουμε ή να επαληθεύσουμε τους ισχυρισμούς της μιας ή της άλλης πλευράς, αφού δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις αληθινές προθέσεις τους. Το πιθανότερο, όμως είναι πως οι κάτοικοι αυτοί θεωρούσαν ότι το νερό της βρύσης ανήκε στο χωριό και ότι οι ενοικιαστές επιχειρούσαν να το ιδιοποιηθούν. Γι αυτό και με αναφορά τους προς το Ειρηνοδικείο Αμφείας, εκπροσωπώντας ολόκληρη την κοινότητα, κατήγγειλαν τους συγχωριανούς τους, ενοικιαστές των κτημάτων της Μονής και ζήτησαν τη λήψη προσωρινών μέτρων εναντίον τους.
Επειδή, όμως, όπως υποστήριζαν οι πατέρες, η Μονή "προ αμνημονεύτων χρόνων"χρησιμοποιούσε το νερό για τις πολυποίκιλες ανάγκες της (ύδρευση,πότισμα ζώων, πότισμα του κήπου, κατάβρεγμα των αλωνιών, κατά την προετοιμασία της επίστρωσης για το λιάσιμο της σταφίδας κλπ) και επειδή "είχε να ζημιωθή σημαντικώς, αν δεν διεκδικούσαν τα νόμιμα δίκαιά της" ζήτησαν άδεια από το διοικητικό συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου (Γ.Ε.Τ), προκειμένου να εγείρουν και αυτοί αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Καλαμών, πράγμα, βεβαίως, που έγινε.
Έχω στην κατοχή μου, από τον πατέρα μου Σταύρο, έγγραφα (συμβόλαια, αγωγές κλπ)του παππού μου Ιωάννη Φύσκιλη του Νικολάου, τα οποία όχι μόνον επιβεβαιώνουν, αλλά και προσθέτουν πληροφορίες σχετικές με τα εν λόγω θέματα.
Στο ναΰδριο της Κοίμησης κάθε χρόνο, την παραμονή της γιορτή, τελείται εσπερινός και γίνονται αρκετές αρτοκλασίες.
Παρόλο που την ίδια ημέρα γιορτάζει και η Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βουλκάνου, όπου γίνεται μεγάλο προσκύνημα, και αρκετοί από τους κατοίκους κατευθύνονται προς τα 'κει, ενώ κάποιοι άλλοι στην κοντινή Μονή της Ζωοδόχου Πηγής των Ελληνικών, το εκκλησάκι πλημμυρίζει από κόσμο.
Την επομένη, τελείται η θεία λειτουργία, κατά την οποία, αν συμπέσουν μέρες αργίας, προσέρχονται πάρα πολλοί κάτοικοι και από τα δύο χωριά, αλλά και από γειτονικά και κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων. Γίνονται και πάλι αρκετές αρτοκλασίες και ψάλλονται τα εγκώμια της Παναγία μας με πολλή χάρη και ευλάβεια.
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, χάρη στην ταπεινότητα, την ευγένεια και την αγάπη του αείμνηστου Αντώνη Μαρινόπουλου, ιεροψάλτη του ιερού ναού της Υπαπαντής του Σωτήρος, σ' όλες τις μεγάλες γιορτές προσκαλούνταν και συμμετείχε ολιγομελής χορωδία φίλων του, η οποία απέδιδε κατά τρόπο θαυμάσιο τα ψαλτικά μέλη. Η καλή αυτή συνήθεια εξακολουθεί και τώρα που στο αναλόγιο του ίδιου ναού βρίσκεται ο εκλεκτός ιεροψάλτης και ξεχωριστός άνθρωπος, Παναγιώτης Μάραντος, φίλος κι αυτός του μακαρίτη του Αντώνη.
Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο, από τη θέση αυτή, να απευθυνθούμε στον εκπρόσωπο της τοπικής κοινότητας, αλλά και στην πρόεδρο και τα μέλη του χορευτικού συλλόγου Αμφείας και να τους παρακαλέσουμε θερμά να οργανώσουν, το συντομότερο δυνατόν ομάδα εθελοντών, η οποία θα αναλάβει τον καθαρισμό της βρύσης και του μονοπατιού που οδηγεί σ' αυτήν, προκειμένου να αναδειχθεί η καλλιτεχνική και αισθητική αξία του παλαιού αυτού μνημείου, αλλά και της γύρω περιοχής.
Στο μεγάλο κάμπο πλησίον της Μονής, όπως φαίνεται από την υπ' αριθ΄ 160/27-5-1928 πράξη του ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής, που υπογράφεται από τον τότε ηγούμενό της, ιερομόναχο Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο και το μοναχό Νεόφυτο Μαυροειδή, υπήρχε σταφιδάμπελος σαράντα (40) στρεμμάτων περίπου. Επειδή, όμως, "η απόδοσις της σταφιδαμπέλου ταύτης μέχρι σήμερον ήτο εις το ανώτατον όριον 4.500 δραχμαί" και επειδή, "εάν εκποιηθή η αξία της, κατά την γνώμην ειδημόνων,θέλει υπερβή τας εκατόν χιλιάδας (100.000) δραχμάς, αίτινες θέλουσιν αποδίδει ετησίως άνω των 6.500 δραχμών, εις χρεόγραφα του Α΄αναγκ. δανείου, ζητείται η άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, προκειμένου να προβούν σε πλειοδοτική δημοπρασία για την εκποίησή της. Άλλωστε, "το κτήμα τούτο λόγω της παραμελήσεως των εκάστοτε ενοικιαστών ευρίσκεται εις κατάστασιν τοιαύτην ώστε μετ' ολίγα έτη δεν θέλει αποδίδει τίποτε, μη δυναμένης της Μονής να προβή εις την ανόρθωσιν αυτού". Εκείνο, πάντως, για το οποίο ο κήπος (μπαξές) είχε αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη στην ευρύτερη περιοχή και όχι μόνον, ήταν, κυρίως, τα εσπεριδοειδή του. Δεν ήταν, επομένως τυχαίο, που η Μονή είχε, κατ’ επανάληψη, βραβευτεί για τα περίφημα πορτοκάλια και τα λεμόνια της.
Στην πλούσια παραγωγή τους συνέβαλε, πρωτίστως, η αξιοποίηση του περισσεύματος του νερού παρακείμενης πηγής, στην οποία, όπως μας πληροφορούν οι Αθηναϊκές εφημερίδες «Ελπίς» (20- 4-1856, αρ. φ. 849, σελ. 3440.) και «Ήλιος» (21-4- 1856, αρ. φ. 62, σελ. 2.),"το Καλοκαίρι του 1855, με δαπάνη του Δήμου, κατασκευάστηκε δίκρουνη μεγάλη βρύση" που σώζεται μέχρι σήμερα. Η βρύση αυτή εξυπηρετούσε, κυρίως, τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού, αλλά και των διερχομένων από αυτό.
Από το βιβλίο πράξεων της Μονής, μαθαίνουμε ότι το Νοέμβριο του 1914, το ηγουμενοσυμβούλιο, αποτελούμενο από τους: Νικηφόρο Πράτη, ηγούμενο, Κύριλλο Νικολακόπουλο και Γεράσιμο Φραγγιό, μέλη, με την υπ' αριθ. (36/18-11-1914) πράξη τους, κατήγγειλαν κάποιους κατοίκους του χωριού Γαρδικίου ότι στις 15 Αυγούστου, όταν οι πατέρες είχαν μεταβεί στη Μονή Μαρδακίου για τον ετήσιο εορτασμό της Παναγίας, εκείνοι, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους, "εκ συμφέροντος κινούμενοι" έκαναν αγωγή προσωρινών μέτρων κατά του ενοικιαστού του κήπου της Μονής, διεκδικώντας το νερό υπέρ της κοινότητας.
Με κανέναν τρόπο,βεβαίως, δεν μπορούμε να διαψεύσουμε ή να επαληθεύσουμε τους ισχυρισμούς της μιας ή της άλλης πλευράς, αφού δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις αληθινές προθέσεις τους. Το πιθανότερο, όμως είναι πως οι κάτοικοι αυτοί θεωρούσαν ότι το νερό της βρύσης ανήκε στο χωριό και ότι οι ενοικιαστές επιχειρούσαν να το ιδιοποιηθούν. Γι αυτό και με αναφορά τους προς το Ειρηνοδικείο Αμφείας, εκπροσωπώντας ολόκληρη την κοινότητα, κατήγγειλαν τους συγχωριανούς τους, ενοικιαστές των κτημάτων της Μονής και ζήτησαν τη λήψη προσωρινών μέτρων εναντίον τους.
Επειδή, όμως, όπως υποστήριζαν οι πατέρες, η Μονή "προ αμνημονεύτων χρόνων"χρησιμοποιούσε το νερό για τις πολυποίκιλες ανάγκες της (ύδρευση,πότισμα ζώων, πότισμα του κήπου, κατάβρεγμα των αλωνιών, κατά την προετοιμασία της επίστρωσης για το λιάσιμο της σταφίδας κλπ) και επειδή "είχε να ζημιωθή σημαντικώς, αν δεν διεκδικούσαν τα νόμιμα δίκαιά της" ζήτησαν άδεια από το διοικητικό συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου (Γ.Ε.Τ), προκειμένου να εγείρουν και αυτοί αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Καλαμών, πράγμα, βεβαίως, που έγινε.
Έχω στην κατοχή μου, από τον πατέρα μου Σταύρο, έγγραφα (συμβόλαια, αγωγές κλπ)του παππού μου Ιωάννη Φύσκιλη του Νικολάου, τα οποία όχι μόνον επιβεβαιώνουν, αλλά και προσθέτουν πληροφορίες σχετικές με τα εν λόγω θέματα.
Στο ναΰδριο της Κοίμησης κάθε χρόνο, την παραμονή της γιορτή, τελείται εσπερινός και γίνονται αρκετές αρτοκλασίες.
Την επομένη, τελείται η θεία λειτουργία, κατά την οποία, αν συμπέσουν μέρες αργίας, προσέρχονται πάρα πολλοί κάτοικοι και από τα δύο χωριά, αλλά και από γειτονικά και κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων. Γίνονται και πάλι αρκετές αρτοκλασίες και ψάλλονται τα εγκώμια της Παναγία μας με πολλή χάρη και ευλάβεια.
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, χάρη στην ταπεινότητα, την ευγένεια και την αγάπη του αείμνηστου Αντώνη Μαρινόπουλου, ιεροψάλτη του ιερού ναού της Υπαπαντής του Σωτήρος, σ' όλες τις μεγάλες γιορτές προσκαλούνταν και συμμετείχε ολιγομελής χορωδία φίλων του, η οποία απέδιδε κατά τρόπο θαυμάσιο τα ψαλτικά μέλη. Η καλή αυτή συνήθεια εξακολουθεί και τώρα που στο αναλόγιο του ίδιου ναού βρίσκεται ο εκλεκτός ιεροψάλτης και ξεχωριστός άνθρωπος, Παναγιώτης Μάραντος, φίλος κι αυτός του μακαρίτη του Αντώνη.
Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο, από τη θέση αυτή, να απευθυνθούμε στον εκπρόσωπο της τοπικής κοινότητας, αλλά και στην πρόεδρο και τα μέλη του χορευτικού συλλόγου Αμφείας και να τους παρακαλέσουμε θερμά να οργανώσουν, το συντομότερο δυνατόν ομάδα εθελοντών, η οποία θα αναλάβει τον καθαρισμό της βρύσης και του μονοπατιού που οδηγεί σ' αυτήν, προκειμένου να αναδειχθεί η καλλιτεχνική και αισθητική αξία του παλαιού αυτού μνημείου, αλλά και της γύρω περιοχής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:1. Χρυσοστόμου
Θέμελη, μητροπολίτη Μεσσηνίας, «Η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας δια μέσου των
αιώνων», Αθήναι 2003.
2. Κωνσταντίνου
Δ. Καλοκύρη, «Βυζαντιναί Εκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας»,
Θεσσαλονίκη 1973.
3. Θωμά Μ.
Προβατάκη, «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά κειμήλια της Ι. Μητροπόλεως Μεσσηνίας»,
Θεσσαλονίκη 1976.





