Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Kάποτε, ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας και στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης, επισκέφτηκε, το προπύργιο της βυζαντινής αγιογραφικής παράδοσης, το Μυστρά. Εκεί, ίσως κατά θεία σύμπτωση, συνάντησε, τον, επίσης, μεγάλο συγγραφέα, μα προπάντων ξακουστό αγιογράφο, λάτρη και δάσκαλο και πανάξιο συνεχιστή της βυζαντινής αγιογραφικής τέχνης και αυθεντικό Έλληνα (πίστευε και έγραφε πως «Έλληνας δεν είναι όποιος νιώθει μοναχά την υλική Ελλάδα για πατρίδα του, αλλά και την πνευματική») Φώτη Κόν
τογλου.
Καθώς τον είδε ανεβασμένο ψηλά στις σκαλωσιές, στο ναό της Περιβλέπτου, να εργάζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και αφοσίωση-θερμός θαυμαστής της δουλειάς του- εμπνεύστηκε από την ιδιαίτερη παρουσία του και έγραψε ένα κείμενο από τα καλύτερά του. Στο κείμενο αυτό, απόσπασμα του οποίου παραθέτω στη συνέχεια, παρουσιάζει την προσωπικότητα του Κόντογλου, του μεγάλου δάσκαλου του γένους μας στον ορθόδοξο τρόπο του βίου, με την πιο εξιδανικευμένη αποτύπωσή της. Απολαύστε το!
«Ποτέ μου δεν είδα αυτό τον άνθρωπο, χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: Νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σαν τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια και ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες τούτος δε θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή! Πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα. Του δόθηκε μια στάλα ζωή και την κάνει αθανασία… Ο Κόντογλου θαρρώ πως το ξέρει (πως θα μείνει αθάνατος). Γι αυτό τα μάτια του λάμπουν. Κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…» Ή «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία». Κι’ η πίκρα ξορκίζεται, κι η γης μετατοπίζεται, κι ο Κόντογλου με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον παράδεισο…


Πολύ συχνά, τα παιδιά σπουδαίων ανδρών, παρά την ξεχωριστή γενετική τους κληρονομιά, μεγαλώνοντας γίνονται άνθρωποι συνηθισμένοι. Αυτό που λέμε "άνθρωποι της διπλανής πόρτας". Κάποια, μάλιστα, στην προσπάθειά τους να φανούν αντάξια του ονόματος που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους, ακολουθούν μεθόδους και εμπλέκονται σε διαδικασίες που τους προκαλούν σοβαρότατα προβλήματα. Η σκιά του πατέρα τους πέφτει πάνω τους τόσο βαριά που δεν αφήνει την παραμικρή χαραμάδα που θα διευκόλυνε τις ζωογόνες ακτίνες του ήλιου να την διαπεράσουν και θα τα βοηθούσε να μεγαλώσουν και ν ανθίσουν. Το αποτέλεσμα είναι να απογοητεύονται και να εγκαταλείπουν κάθε ελπίδα τους να τον φτάσουν.
Υποψιάζομαι ότι το να είναι κάποιος σπουδαίος-σπουδαίος σε κάτι, αν όχι σε όλα-απαιτεί τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια που του απομένουν ελάχιστα απ’ αυτά, για να είναι και πατέρας. Διάβασα κάπου πως η κόρη του Νέλσον Μαντέλα σε μια στιγμή ειλικρίνειας του είπε με παράπονο: «Είσαι ο πατέρας όλων των ανθρώπων, αλλά ποτέ δεν είχες το χρόνο να είσαι ο δικός μου πατέρας.». Η Ελεονόρ Ρούσβελτ, σύζυγος του τριακοστού δεύτερου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Φραγκλίνου Ρούσβελτ, αποκάλυψε κάποτε τη μελαγχολική διαπίστωσή της ότι «ένας άντρας σε μια υψηλή δημόσια θέση δεν είναι ούτε σύζυγος ούτε πατέρας ούτε φίλος, με την κοινώς αποδεκτή έννοια των λέξεων αυτών». Αλλά και ο γιος του Άλμπερτ Αϊνστάιν, Χανς, που ακολούθησε αξιόλογη επιστημονική καριέρα σχολίασε με θλίψη: «Το μοναδικό πείραμα, που ο πατέρας μου άφησε ποτέ στη μέση, ήμουν εγώ». Μήπως, μετά απ’ αυτά, έχει έρθει η ώρα να αναρωτηθούμε κι εμείς για τις δικές μας παραλείψεις και, αν έχουμε καιρό να επανορθώσουμε;