Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

οι απόκριες στο χωριό.
Οι  απόκριες για τους κατοίκους κάθε  χωριού,  μικρού ή μεγάλου, που βρίσκεται  κοντά ή  μακριά από  τις  μεγαλουπόλεις,  ήταν, ανέκαθεν, μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ξεκούραση και  ξεφάντωμα. Βλέπετε, τα χωριά μας, εκείνη την εποχή, δεν πρόσφεραν  στους κατοίκους τους, τίποτα απ’ όσα πρόσφεραν  οι μεγάλες πόλεις. Εκεί, οι περισσότεροι, χάρη στη μόνιμη εργασία τους, που τους εξασφάλιζε σχετική οικονομική άνεση, είχαν  την ευκαιρία να απολαμβάνουν, τα επιτεύγματα  της επιστήμης και  του πολιτισμού,  που έκαναν  τη ζωή τους ευκολότερη, αλλά  και κάθε είδους διασκέδαση. Στην αναζήτηση μιας τέτοιας ευκαιρίας, συνέβαλλε και η αδυναμία  των περισσότερων, κυρίως των  τσοπάνηδων, να βρουν ελεύθερο χρόνο, κάνοντας ένα ευχάριστο διάλειμμα από τις σκληρές γεωργικές  εργασίες και γενικότερα, τη  δύσκολη καθημερινότητα.   
Νωρίς,  το απόγευμα της Κυριακής, άνθρωποι κάθε ηλικίας, αν δεν είχαν πένθος, συγκεντρώνονταν, για το λεγόμενο «χάζι»,  [από το ρήμα χαζεύω, που σημαίνει βλέπω ή παρακολουθώ (κάποιον ή κάτι) με μεγάλη προσήλωση], συνήθως, στα «μαγαζιά», την υποτυπώδη πλατεία του χωριού, και την καθαρή Δευτέρα σ’ ένα μικρό  πλάτωμα με ζωντανή γειτονιά,  στο πάνω μέρος του χωριού, τη «Δραμπάλα». [Η  ονομασία, γνωστή από κορυφή στις απολήξεις του Ταϋγέτου, στο νομό Αρκαδίας, όπου  τον Ιούνιο του 1825 συγκρούστηκαν Έλληνες με Αιγύπτιους του Ιμπραήμ].  Άλλες φορές, πάλι, συγκεντρώνονταν στα «παλιάμπελα» κι’ αργότερα στο προαύλιο του σχολείου. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί ήταν οι μόνοι χώροι που προσφέρονταν, λόγω της έκτασής τους,  για το ξεφάντωμα μεγάλου αριθμού εορταζόντων.   
   Ανάμεσα στα πολλά, που με εντυπωσίαζαν εκείνη την εποχή, λόγω ηλικίας, θυμούμαι την Μπιτσανογιαννού που πουλούσε τα περίφημα «κίτρα» της,  δηλαδή, μεγάλα και χοντρόφλοιδα λεμόνια από το περιβόλι της με το αφράτο χώμα, χάρη  στα λιγοστά νερά που ανάβλυζαν από το βράχο πλάι στο μεγάλο πηγάδι του χωριού και συγκρατούσαν την υγρασία.
Σε λίγο έρχονταν και οι «μπαρμπούτες». Ήταν νέα αγόρια και σπανιότερα, κορίτσια, αλλά και άντρες και γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Μεταμφιέζονταν πρόχειρα, με ρούχα άλλης εποχής και μεγαλύτερου μεγέθους, κατά κανόνα, του αντίθετου φύλου, και  με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, για να μην αναγνωρίζονται. Τριγυρνούσαν στους δρόμους, αλλά και από σπίτι σε σπίτι και με τη «διεθνή», γλώσσα των νοημάτων, αυθόρμητη και κατανοητή από τους περισσότερους, εύχονταν στους συντοπίτες μας «καλή σαρακοστή».
Φέρνω στο νου μου τους μασκαράδες, τώρα πια με νοσταλγία, και  τους βλέπω, όπως τότε, με τα παιδικά μου μάτια,  θεόρατους, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους,  να περιφέρονται  στους δρόμους του χωριού, στα σπίτια και  στα καφενεία και  να χαιρετούν τους διαβάτες, που, με πείσμα και επιμονή,  προσπαθούν,  να μαντέψουν  ποιοι κρύβονταν πίσω από τις προσωπίδες. Κι’ εμάς, μικρά σχολιαρόπαιδα, να τρέχουμε φοβισμένα στα σπίτια μας, για να ζητήσουμε  την προστασία των γονιών μας  ή των μεγαλύτερων αδελφών μας.
Θυμούμαι με συγκίνηση, καθώς  αναπλάθω την εικόνα τους, τον Κωνσταντίνο  Φιλιόπουλο, αγροφύλακα από το κάτω χωριό, τον μπάρμπα Κώστα Πράσινο (ΠρασινοΚώστα) και το Χριστόδουλο Δικαίο, το γνωστό «Μικρούλια»  τον  πρώτο με την τρομακτική  ρωμαϊκή προσωπίδα του και τους δύο άλλους,  με αυτοσχέδιες  μάσκες δικής τους έμπνευσης, από ακατέργαστα δέρματα  (προβιές) και πολλούς άλλους, λιγότερο «διάσημους» που στους μεγαλύτερους από μας, προκαλούσαν το γέλιο και  πρόσφεραν χαρά.
 Ακολουθούσε ξέφρενος χορός και τραγούδι, παλιότερα «δια ζώσης», μια και τα γραμμόφωνα κι’ αργότερα τα ραδιομαγνητόφωνα και τα πικάπ ήταν λιγοστά και οι κάτοχοί τους φρόντιζαν να μην  τα εκθέτουν στο χειρισμό του οποιουδήποτε, προκειμένου να διατηρηθούν  περισσότερο χρόνο, αλλά και γιατί κάποιοι ή κάποιες, που πίστευαν ότι είχαν ωραία φωνή, δεν ήθελαν να χάσουν την  ευκαιρία να επιδείξουν τα προσόντα τους.
 Απ  όσο θυμούμαι,  τα πρώτα πικάπ που κυκλοφόρησαν στο χωριό, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αγοράστηκαν από τον τότε δάσκαλο του Χωριού μας, τον Γιώργο Τσακαρέστο, από το Δάρα Αρκαδίας και το συντοπίτη μας Παναγιώτη Σπύρο του Κωνσταντίνου, το γνωστό μας «Χαρλαμάκο», που, εκείνη την εποχή, λειτουργούσε το μαγαζάκι της Φαββατο Γιαννούς.
 Επειδή το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά στο μαγαζί και ο θόρυβος από τη μουσική έντονος, δεν μπορούσα, πολλές φορές να διαβάσω τα μαθήματά μου. Ποτέ, όμως, δεν πήρα το θάρρος, μια και οι γονείς μου έλειπαν στις εργασίες τους,  να του ζητήσω να μειώσει την ένταση, ακόμη κι’ όταν η ώρα ήταν περασμένη και δυσκόλευε τον ύπνο μου. Βέβαια, όλη αυτή η αναστάτωση είχε και τη θετική της  πλευρά, κυρίως, όταν, στη διάρκεια της μέρας,  έβαζε στη διαπασών το ραδιόφωνο. Έμαθα, τότε, όλα τα τραγούδια της εποχής και ταξίδεψα, πολλές φορές, με τη φαντασία μου, στην Αυστραλία και τη Γερμανία, μαζί με όσους αφιέρωναν τραγούδια στους ξενιτεμένους  δικούς τους  και μεταδίδονταν από το ραδιοφωνικό σταθμό  της Αμαλιάδας. 
Το πικάπ, όμως, που ήταν σε πρώτη ζήτηση, για να εξυπηρετήσει  κάθε ξεφάντωμα και τους περισσότερους γάμους, ήταν εκείνο του δασκάλου. Και η αλήθεια είναι ότι ο δάσκαλος ποτέ δεν αρνήθηκε να το θέσει στη διαθεσή μας.  Αρκούσε ο χειριστής να είναι προσεκτικός και γνώστης της λειτουργίας του.
 Την εποχή της σύντομης  διακυβέρνησης   του Γεωργίου Παπανδρέου,  ο δάσκαλος, κρυφός οπαδός του, στους γάμους, που, συνήθως,  ήταν ο εκλεκτός καλεσμένος, μου ανέθετε να βάζω, συχνά πυκνά, το δισκάκι με το γνωστό τραγούδι, το αφιερωμένο στο γέρο της Δημοκρατίας. Εγώ, βεβαίως, τότε δεν ήξερα πολλά πράγματα για την πολιτική. Ο δάσκαλος, όμως, ήξερε πολύ καλά  ότι ο πατέρας μου ήταν παλιός Εαμίτης και άρα, κατά τη γνώμη του,  συμπαθών. Κατά συνέπεια, δεν θα ενοχλείτο από την έκθεσή μου μπροστά   στους αντιφρονούντες συμπατριώτες μας.
ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΩΝ ΓΟΥΡΟΥΝΙΩΝ (ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΞΙΕΣ)
Από  την έναρξη του Τριωδίου και συγκεκριμένα από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου-πάντοτε μετά την Εκκλησία- και μέχρι την Τετάρτη, καμιά φορά και  μέχρι το Σάββατο της λεγόμενης κρεατινής εβδομάδας, oι Γαρδικιώτες  έσφαζαν το γουρούνι τους. Προτιμούσαν, κατά κανόνα, να είναι  θηλυκό,  λίγων μηνών και γεννημένο από οικόσιτη γουρούνα. Όχι αγορασμένο από χοιροτροφείο, όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια. Και, επειδή  το προόριζαν για το «παστό» της χρονιάς, μετά τον απογαλακτισμό του, το   φρόντιζαν ιδιαίτερα. Το έτρεφαν με αγνές φυσικές τροφές (βελανίδια, κούκλα- έτσι έλεγαν το καλαμπόκι-φραγκοσυκιές, ρακοντιές, βρώμη, κριθάρι, πίτουρα, από  κοσκινισμένο αλεύρι κ ά), για να είναι πιο νόστιμο και υγιεινό.
 Κάθε οικογένεια έτρεφε το δικό της γουρούνι, εκτός από τις πολύ φτωχές. Εκείνες, τα προόριζαν για πούλημα, στο πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων ή το Νησιώτικο, για  να αγοράσουν  κάποια από τα  αναγκαία για την προίκα των κοριτσιών. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον ατέλειωτο θρήνο της μάνας μου, όταν κάποιο χειμώνα, στη δεκαετίας του ’50, από τις καταρρακτώδεις βροχές, γκρεμίστηκε η «λόντζα» μας. Η καλύβα, δηλαδή,  που ήταν χτισμένη στην αυλή του σπιτιού μας και  στέγαζε τα ζώα μας. Σε μια γωνιά της, ήταν και η γουρούνα με  τα γουρουνόπουλά της. Πέφτοντας, τα καταπλάκωσε  και τα περισσότερα σκοτώθηκαν. Τα έκλαψε τότε, η δόλια η μάνα μου λες και έχασε παιδιά. Για μεγάλο  διάστημα ήταν απαρηγόρητη.
 Όπως ήταν φυσικό, το κρέας από ένα, τέτοιας ποιότητας, σφαχτό έπρεπε να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο. Να μην πάει τίποτα χαμένο. Αλήθεια, πόσοι εκλεκτοί μεζέδες δεν γίνονταν από το περίφημο κρέας του! Γι αυτό και η διαδικασία της σφαγής ακολουθούσε συγκεκριμένους κανόνες, που, συν τω χρόνω, καθιερώθηκαν ως έθιμα.
Αμέσως μετά το σφάξιμο του γουρουνιού, συνήθως, από παρέες φίλων, ερασιτεχνών στο είδος-πολύ σπάνια από επαγγελματίες-  και πριν ακόμα αρχίσουν το μάδημα, έβγαζαν, από την τομή, το πάνω μέρος του «καρούντζου». Δηλαδή,  την  «καρωτίδα», όπως λέγεται επιστημονικά η αρτηρία που μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στον εγκέφαλο, και  την έψηναν στη «χόβολη»· τη ζεστή στάχτη από τη φωτιά που άναβαν, για να θερμάνουν το καζάνι με το νερό που προοριζόταν για το μάδημα. Τον περιέχυναν με μπόλικο λαδολέμονο και τον έτρωγαν ζεστό, συνοδεύοντάς τον με καλό κρασί, κατά κανόνα,  από ιδιόκτητο αμπέλι. Ήταν ένας από τους καλύτερους μεζέδες.
 Κατόπιν, μαδούσαν το χοιρινό και έβγαζαν πρώτα το συκώτι του.  Αφού το έβραζαν αρκετά σε κρασί, το τηγάνιζαν, μαζί με τα «γλυκάδια» ή «βασιλικά» σε φρέσκο  λάδι, από τη σοδειά της χρονιάς. Με τον τρόπο αυτό έπαιρνε ένα  ιδιαίτερο χρώμα  και  γινόταν πιο  γευστικό. Όταν όλα πια,  ήταν έτοιμα, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα από τη νοικοκυρά του σπιτιού, έτσι πρόχειρα και απρογραμμάτιστα, έτρωγαν, έπιναν, γλεντούσα και χόρευαν,  απολαμβάνοντας  τους γευστικότατους μεζέδες. Κι’ αφού τέλειωναν το γλέντι και το χορό, πήγαιναν, ομαδικά, σε άλλο σπίτι και μετά σε άλλο,  μέχρι που τους έπαιρνε το βράδυ. Αυτό, επαναλαμβανόταν, κάθε μέρα, σίγουρα μέχρι την «Τσικνοπέμπτη» και σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως είπαμε παραπάνω, μέχρι και το τέλος της εβδομάδας.
Κάποιοι, έφτιαχναν και «πηχτή. Φαγητό γευστικότατο, από  μικρά κομμάτια κρέατος,  από το κεφάλι και τα πόδια,  ανακατεμένα  με εντόσθια, που τα έβραζαν με ξύδι,  σκόρδο, μπαχαρικά και άλλα καρυκεύματα, μέχρι το ζουμί τους να πήξει.
Άλλος εξαιρετικός μεζές, σχεδόν άγνωστος στο χωριό μας, καθιερωμένος, όμως, σε πολλά  γειτονικά χωριά, ήταν η «ματιά». Γινόταν από τα χοντρά έντερα  του γουρουνιού, που τα γέμιζαν με χοντροκομμένο στάρι, κομμάτια τσιγαρισμένου πνευμονιού, αλάτι, λάδι, μπαχαρικά, κόκκινη πιπεριά, φρεσκοκομμένα, από τον κήπο της νοικοκυράς, σφολίτσια και  τα έψηναν, όλα μαζί, στο φούρνο του σπιτιού, «καμένο» με λιόξυλα και πουρνάρια. 
Το υπόλοιπο κρέας, το έκοβαν σε  μακρόστενα κομμάτια, κατά  μήκος του σφαχτού, τις λεγόμενες «φρέσες» και το αλάτιζαν με χοντρό αλάτι, τοποθετώντας το, συνήθως, στην ξύλινη σκάφη που ζύμωναν το ψωμί. Όταν το αλάτι το «έπιανε», το κρέμαγαν σε ξεφλουδισμένο και ειδικά διαμορφωμένο ξύλο, στην καπνοδόχο του τζακιού, για να το καπνίσουν. Για το «κάπνισμα» χρησιμοποιούσαν κλαδιά από αρωματικά δέντρα και φυτά (βάγια, φύλλα ευκαλύπτου, κυπαρίσσι ,θυμάρι, φασκόμηλο, θρούμπι, δενδρολίβανο,) ώστε το κρέας  να απορροφήσει τον αρωματισμένο καπνό τους, αλλά και να στεγνώσει.
 Από το καπνισμένο κρέας έφτιαχναν έναν ακόμη εκλεκτό μεζέ, τα περίφημα χωριάτικα λουκάνικα. Πρόκειται για  έντερα, γυρισμένα ανάποδα και καθαρισμένα με επιμέλεια, που τα γέμιζαν με μικρά κομμάτια ψαχνού, αρκετά μυρωδικά (θρούμπι, κύμινο, φλούδα πορτοκαλιού, κρασί και λάδι) και λιγοστό λίπος, για να νοστιμεύουν.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου